Σα να μην πέρασε μια μέρα, θαρρώ
Παντοτινή είναι!
Που η αρχοντιά σου σπινθήριζε από το παραθύρι.
Άφηνες ν' ανεμίζει η καστανή σου κόμη.
Ώρες ολόκληρες τη φρόντιζες θυμάμαι.
Η ξύλινη βούρτσα σου τη χάιδευε στοργικά
Κάθε φορά μετά τον έρωτα. Κι εγώ κοιτάω.
Σαν τώρα.
Κοιτάω σιωπηλός.
Και ψάχνω κάτι να σε φέρω πίσω σε μένα.
Σε μένα που πίστεψα στον έρωτα χωρίς πάθη
Στον έρωτα χωρίς μόχθο, τον πλατωνικό, τον ατόφιο.
Σε μένα που σ' αγάπησα βαθιά κι αθώα
Κι ας ήσουν στην άλλη άκρη του κόσμου.
Τώρα δυό μέτρα μας χωρίζουν.
Μα δειλιάζω.
Δειλιάζω να σου δείξω τον παράδεισο
Που με όνειρο και καυτό δάκρυ έπλασα
Μ' αυτά τα μουτζουρωμένα από τις στάχτες χέρια.
Τις στάχτες από την καρδιά μου τη μαύρη.
Μαύρη από τον πόνο και τη δυστυχία,
Τη λύπη και την λησμονιά της θείας μορφής σου.
Μα είσαι εσύ που δίνεις νόημα σε μένα.
Δίνεις νόημα στο χρόνο που μετράει εις βάρος μας.
Γιατί είμαστε τρωτοί, γλυκέ μου άγγελε.
Βλέπεις τις ρωγμές στο -πάλαι ποτέ- κρυστάλλινο δέρμα σου
Και δε σε προσέχουν πια οι απρόσωποι.
Μόνον εγώ, γλυκέ μου άγγελε.
Βλέπεις, ήδη, μικρή μου τα μελανώματα.
Είναι πολλά και πληθαίνουν.
Μα ήρθες εδώ και να, τώρα φεύγουν, φεύγουν...
Σαν αποδημητικά πουλιά διωγμένα
Μα ήρθες εδώ και να, τώρα φεύγουν, φεύγουν...
Σαν αποδημητικά πουλιά διωγμένα
Γιατί η αγάπη σου και η δική μου
Δεν είναι σαν τα σώματά μας.
Που αμαρτωλά σαν είναι, βράδυ παρά βράδυ,
Σμιλεύουν τα όνειρά μας στην ταφόπλακα του έρωτά μας.
Παντοτινή είναι!
Και σαν ηλεκτροσόκ έρχεται
Και μας ανασταίνει απ' την τέφρα μας
Και σε βλέπω ξανά, πανέμορφη νεράιδα.
Έλα στην αγκάλη μου, να σε ερωτευτώ ξανά.
