...ε;

...ε;

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Έκφυλο

Ήτανε δύσκολα τη βαρυχειμωνιά. Τότε έβλεπες μαύρους τοίχους και δάκρυζες, λύγιζες πολλές φορές. Ο δαυλός της καρδιάς σιγόκαιγε, φώτιζε δειλά και φοβισμένα. Ούτε μια νότα δεν έβγαινε απ' το όμορφο λαρύγγι σου, ούτε μια... Ακλόνητη όπως έστεκες, θύμιζες θαρρώ αμυγδαλιά. Αυτά τα μάτια σου, σαν αμύγδαλα, έριχναν φως, μαύρο κι αυτό. Βαρύ, ασήκωτο το βλέμμα. Κι αυτά τα βλέφαρα σαν τους ανθούς του δέντρου ήταν. Κλωνάρια χιονισμένα τα χέρια σου, ούτε μιαν επαφή δε σήκωναν, γιατί θα 'φευγε, λέει, το χιόνι και φοβόσουν. Πιο κάτω, τα πόδια, ρίζες στη γης και δεν ελέγανε να ξεριζώσουν. Δεν τους άρεσε, λέει, μα είχαν βρει την τάξη και την ηρεμία, κι ας ήταν καθηλωμένα, ακλόνητα. Καμιά γλυκιά κουβέντα, κανένα στοργικό χάδι δεν τα παρακινούσε να σαλέψουν.

Πέρασε ο καιρός και είναι ηλιόλουστα τώρα...

Στο φρεσκοβαμμένο σπίτι σου, στην κρεβατοκάμαρά σου, που πάλαι ποτέ ήταν βαμμένη ζωηρό ροζ με λουλούδια κολλημένα στον τοίχο και φωτογραφίες και τώρα έχει ένα απαλό ροζ χρώμα, χωρίς κοριτσίστικα μπιχλιμπίδια, στέκεις στον καθρέφτη απρόσωπη. Άδεια από συναίσθημα, σταλιά έρωτα και πάθους δεν είχαν τα μαύρα μάτια σου. Τέρας ανήμερο, λυσσάς ν' απελευθερώσεις από μέσα σου ο,τι σου στέρησε ο χειμώνας: Δήθεν φίλους, Πεθαμένα χαχανίσματα, εκκωφαντικά κι άτεχνα "άσματα" και κάτι από μένα, που σαν να βεβήλωνες εκκλησία είχες αρπάξει. Καλύπτεις το πρόσωπό σου με το προσωπείο που αρέσει στους φίλους σου, την κόμη σου την προσέχεις, γιατί τάχα δε θ' αρέσεις. Φανταχτερό το φόρεμα που σε κάνει σαν ολύμπια θεά και κόκκινα, κατακόκκινα χείλη, σα φωτιά στην καρδιά και στο μυαλό μου.

Έκφυλη...

Ο παλιός σου εαυτός είναι βαθιά μέσα σου φυλακισμένος, σαν ένα λευκό περιστέρι σε ατσάλινο κλουβί χωρίς φως. Αγκομαχεί, πετάει διψασμένο, κράζει για λευτεριά. Εσύ δεν τ' ακούς γιατί το μυαλό σου φαντάζει κατακλεισμένο από μια καινούρια σου ζάλη! Σα νυχτολούλουδο όμορφη και μοσχομυριστή, κλείνεις με δύναμη την καγκελόπορτα του κήπου σου και κατηφορίζεις για το λιμάνι. Τα πλοία -μου 'λεγες- σου θυμίζουν εμένα, γιατί θαλασσοπνίγομαι στα ξένα.

"Χωρίς ελπίδα θα πνιγώ εκεί έξω. Σ' αγαπάω, εσύ;"
Έψαχνα την ελπίδα αυτή και πάντα θα την ψάχνω από σένα, όπου και να 'μαι...

Αμέσως εμφανίζεται στο πρόσωπό σου το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου, κόκκινο.

Και τίποτε άλλο.

Αφήνω το θαλασσοδαρμένο μου κορμί να πέσει απαλά μέσα στα βρώμικα νερά του λιμανιού, που φαντάζει χωρίς πυθμένα, χωρίς κανένα σημείο ζωής...
Κρατάω την ανάσα μου, μέχρις ότου να σπάσουν τα πνευμόνια μου.
Έχασα την ελπίδα κι η ζωή χωρίς αυτή είναι ένα παραμύθι χωρίς τέλος.
Ένα ηλιοβασίλεμα χωρίς παρέα, μια φωτιά πάνω στο σώμα μου που δε σβήνει.

...Η καρδιά μου χτυπάει ακόμα, χωλαίνει όμως.
Σαν την αγάπη μας, σα ραγισμένο διαμάντι.
Δε σβήνει, στις στάχτες της ζει σιωπηλά και ψάχνει την ελπίδα.